Ιστορίες της βαρδαμάνας

Ξυλόκαστρο – 1968

1968. η ΣΠΑΠ (τότε ΣΕΚ), ήταν στα καλύτερά της, με συχνά δρομολόγια εξυπηρετούσε με τον καλύτερο τρόπο ολόκληρη την Πελοπόννησο. Το τροχαίο υλικό απλά μαγευτικό. Ντήζελ Alco και Γαλλίδες για τα ελκόμενα και τα τεράστια εμπορικά, ενώ οτομοτρίς Esslingen και DeDietrich ανελάμβαναν τις ταχείες. Υπέροχα τραίνα μέσα στο μοναδικό Πελοποννησιακό τοπίο. Ο ορισμός δηλαδή του σιδηροδρόμου.
Η οικογένειά μου έκανε διακοπές τα καλοκαίρια στο Ξυλόκαστρο φιλοξενούμενοι από τις θείες μου που είχαν νοικιάσει ένα ονειρεμένο σπιτάκι στην οδό Νοταρά. Εκείνες οι μέρες της ζωής μου μένουν αξέχαστες και βαθιά χαραγμένες. Θυμάμαι φοβερές λεπτομέρειες από το πέτρινο Πελοποννησιακό σπίτι με τη μικρή εσοχή στην είσοδο (porch που λέμε στην Ανδρο…) που οι θειάδες, η μάνα μου και όλη η γειτονιά καθόντουσαν τα απογεύματα και πίναν το καφεδάκι τους ανταλλάσσοντας τα νέα της ημέρας και κάνοντας like η μία στην άλλη. Εντύπωση πάντα μου έκανε πώς χωρούσαν όλοι σε τόσο μικρό χώρο! Εντύπωση επίσης μου κάνει τώρα πια πώς χωρούσαμε και όλοι εμείς στο μικρό σπιτάκι, καθημερινά τουλάχιστον δέκα νοματαίοι για τους οποίους βέβαια οι αγαπημένες θείες μαγείρευαν, συμμάζευαν, τάιζαν… Απίθανοι άνθρωποι με περισσή αγάπη.
Ανάμεσά τους στο μικρό βεραντάκι, τεσσάρων τότε, έπαιζα στα γόνατα κι εγώ… άκουγα, έβλεπα, και κατέγραφα εικόνες, ήχους και μυρωδιές. Πάντα σε προσμονή για την κόρνα του τραίνου και σε εγρήγορση, να σηκωθώ σφαίρα να πάρω το ποδήλατο και να τρέξω όσο πιο γρήγορα μπορώ να προλάβω να ανέβω το στενάκι που οδηγούσε στη γραμμή, πέρα από ‘το σπίτι που μυρίζει ρύζι’ (κάποιος παππούς ήταν που έτρωγε κάθε μέρα λαπά…) για να δω το τραίνο. Και πριν ακόμα η θεία ολοκληρώσει το ‘Γιάννη, το τραίνο!’ εγώ έστριβα ήδη τη γωνία με παντιλίκια στο χωματόδρομο, καθότι από τριών είχα πετάξει τις βοηθητικές γιατί δεν έβγαινε ο χρόνος από το άκουσμα της κόρνας μέχρι να φτάσω το τραίνο στο γεφυράκι. Το απαγορευμένο γεφυράκι που μου είχαν πει ρητά ‘μην πα και μπεις από κει κάτω και σού ’ρθει καμιά πέτρα, θα σου σπάσω το κεφάλι!’. Ναι βαράγαν τότε, ή από πέτρα θα ‘σπαγε το κεφάλι ή από την ίδια σου τη μάνα! Ευτυχώς παρά τις τόσες σκανταλιές, η μανούλα μου έμενε μόνο στα λόγια.
Όμως μια σκανταλιά, έχει μείνει αξέχαστη στο σόι.. Γιάννη, Γιάννη! Πουθενά ο μπόμπιρας. Εψαχναν παντού, από το γεφυράκι μέχρι τον Πευκιά πουθενά το ω-παιδο. Ρωτούσαν μη με είδαν οι γείτονες, κανείς. Η ώρες περνούσαν, ουδέν νεώτερον και η ανησυχία που κυρίευε τις θείες και τη μάνα μου είχε αρχίσει να γίνεται πανικός. Υπήρχε μία ένδειξη όμως, έλειπε το ποδήλατο, οπότε κάποιος πετάει την ιδέα ‘Μην έχει πάρει από πίσω κανα τραίνο;’ Και λέει και η ξαδέλφη μου ‘να δείτε θα έχει πάει στο σταθμό!’. Μια και δυο καβαλάνε τα ξαδέρφια τα ποδήλατά τους παίρνουν τη γραμμή και σε λίγο φτάνουν στο σταθμό.
Φυσικά ήμουν εκεί. Το ποδήλατο πεταμένο σε μια γωνιά κοντά στην αποθήκη, εγώ να κάθομαι στην αποβάθρα με τα πόδια στα χαλίκια της πρώτης γραμμής και να χαζεύω την κίνηση του σταθμού. Στη δεύτερη γραμμή η ταχεία με Esslingen είχε μόλις έρθει από Αθήνα ενώ στην 3η η κεραμιδί Alco (η αγαπημένη μου μηχανή και αιτία του πάθους τούτου…), γουργούριζε χαρωπά περιμένοντας να φύγει το Esslingen για να συνεχίσει τους ελιγμούς που τόσο με είχαν μαγέψει με αποτέλεσμα να ξεχαστώ εντελώς. Γιατί δεν ήταν η πρώτη φορά φυσικά που πήγαινα στο σταθμό κι ας ήταν πάνω από χιλιόμετρο μακριά. Απλά ήταν η πρώτη που με ‘πιαναν! «Βρε, θα σε σκοτώσει η μαμά σου!» Με βούτηξαν και φύγαμε, μάταια παρακαλούσα να πάει ο ξάδερφος πίσω να πει ότι με βρήκαν και να μείνει η ξαδέρφη να δούμε την αναχώρηση και τους υπόλοιπους ελιγμούς… Μετά από λίγο στο σπίτι μου ξεκόλαγαν το ένα αυτί, αλλά τι να λέει! Το άλλο καρφωμένο εκεί πίσω στη μαγεία, ξεχώριζε το τούρμπο να σηκώνει στροφές, την υπέροχη κόρνα της Alco να γεμίζει τη μεσημεριάτικη ησυχία και το θηρίο να πλησιάζει…